καταγίνομαι


καταγίνομαι
[катагиноме] ρ. заниматся

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταγίνομαι" в других словарях:

  • καταγίνομαι — βλ. πίν. 121 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταγίνομαι — (AM καταγίνομαι, Α και καταγίγνομαι) ασχολούμαι συνήθως με κάτι (α. «καταγίνομαι με τις δουλειές τού σπιτιού» β. «ἐν τούτῳ κατεγίγνετο πάντα τὸν χρόνον», Πολ.) μσν. γίνομαι αρχ. 1. διαμένω, κατοικώ 2. ζω, περνώ τη ζωή μου 3. φθάνω κάπου… …   Dictionary of Greek

  • καταγίνομαι — κατάγινα, ασχολούμαι με κάτι: Καταγίνεται με το εμπόριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταγίνομαι — καταγίγνομαι abide pres ind mp 1st sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γίνομαι — (AM γίγνομαι και γίνομαι) 1. δημιουργούμαι, αποκτώ ζωή, υπόσταση 2. (για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι 3. συμβαίνω, πραγματοποιούμαι 4. καθίσταμαι, αποβαίνω 5. είμαι, υπάρχω 6. (για αριθμητικά ποσά) προκύπτω, εξάγομαι από πράξεις ή υπολογισμό 7.… …   Dictionary of Greek

  • προσδιατρίβω — Α 1. συναναστρέφομαι με κάποιον («ἑαυτοὺς αἰτιάσονται οἱ προσδιατρίβοντές σοι τῆς αὑτῶν ταραχῆς καὶ ἀπορίας», Πλάτ.) 2. ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι 3. διαμένω, παραμένω κοντά («πυρὸς ὄγκῳ προσδιατρίβοντος», Πλούτ.) 4. μένω περισσότερο χρόνο.… …   Dictionary of Greek

  • συνδιαπονώ — έω, Α εξακολουθώ να καταγίνομαι με κάτι ή να κοπιάζω μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διαπονῶ «μοχθώ, καταγίνομαι με κάτι με ζήλο»] …   Dictionary of Greek

  • έπω — (I) ἕπω (Α) ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι («τὸν δ’ εὗρ’ ἐν θαλάμῳ περικαλλέα τεύχε ἕποντα», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρ. *sep «ασχολούμαι, τιμώ». Συνδέεται με το αρχ. ινδ. sapati «περιποιούμαι, αποδίδω σεβασμό» και το παρεκτεταμένο λατ …   Dictionary of Greek

  • ανθοκομώ — (Α ἀνθοκομῶ, έω) νεοελλ. καταγίνομαι με την ανθοκομία αρχ. παράγω άνθη …   Dictionary of Greek

  • ασχολούμαι — (Α ἀσχολοῡμαι, έομαι) [άσχολος] είμαι απασχολημένος, καταγίνομαι με κάτι …   Dictionary of Greek